ΗΘΗ &Ε Θ Ι Μ Α

 

                                                                                                            Ο γάμος

 

     Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, που μέχρι χθες έπαιζαν ανέμελα στα ξέφωτα και τις ανοιχτοσιές του χωριού, τώρα περνάνε δειλά δειλά τ’ όμορφο κατώφλι της νιότης. Οι έρωτες ανθίζουν σαν τα ρόδα της άνοιξης και οι προξενήτρες ξαναπιάνουν τη δουλειά που γνώριζαν καλά.

     Για τους Μικρασιάτες ο γάμος αποτελούσε ιερό καθήκον, τόσο για τους ίδιους όσο και για την κοινωνία. Αγαπούσαν την οικογένεια και φρόντιζαν να τη δημιουργήσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Όπως κρατούσαν τις αρχές και την παράδοση στην πατρίδα, έτσι κι εδώ τώρα δεν άλλαξαν καμιά από τις όμορφες συνήθειές τους, όπως αυτή του γάμου.

      Σκοπός του γάμου ήταν η διατήρηση της γενιάς με την  απόκτηση παιδιών, η καλή ανατροφή τους, καθώς και η αρμονική συμβίωση του άντρα με τη γυναίκα. «Όμορφο που `ναι τ’ όμορφο πέντε φορές και δέκα

και απ’ όλα τ’ ομορφότερο ο άντρας με τη γυναίκα».

     Όταν οι γονείς έβλεπαν ότι το παιδί μεγάλωνε, το συζητούσαν μεταξύ τους και πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του νονού, έστελναν προξενιά για να το παντρέψουν. Τα κορίτσια από 10-15 χρονών ήταν όλα αρραβωνιασμένα. Για την προίκα τους φρόντιζαν ήδη από την ώρα που γεννιόταν κι έλεγαν: «Το κορίτσι στο πεσούκι και η προίκα στο σεντούκι».         

     Οι προξενήτρες ήταν γνωστές και δαχτυλοδεικτούμενες στη μικρή κοινωνία του χωριού και τις διέκρινε η καπατσοσύνη και η μαεστρία της πειθούς του συνομιλητή τους. Αυτές συνήθως ήταν χήρες μεγαλογυναίκες, που δε χάρηκαν στεφάνι ούτε μια ολοκληρωμένη κι ευτυχισμένη οικογένεια. Ίσως αυτός να ήτανε κι ο λόγος, που πάσχιζαν με κάθε τρόπο να συμβάλουν στο στήσιμο ενός νέου σπιτικού, γεμάτο με όνειρα για μια χαρούμενη ζωή, αφού αυτές είχαν την ατυχία να το στερηθούν.

     Έβρισκε τρόπο, λοιπόν, η προξενήτρα και επισκεπτόταν το σπίτι της υποψήφιας νύφης κάνοντας τη ‘δουλειά’ της συστηματικά. Πρώτα πρώτα  φρόντιζε η επίσκεψή της να είναι όσο γίνεται διακριτική και σκαρφιζόταν ένα τέτοιο μαχανά, ώστε να μη δώσει τροφή για σχόλια στις κουτσομπόλες του χωριού. Αφού στρογγυλοκάθονταν και σεργιανούσε την κουβέντα από `δω κι από `κει, φρόντιζε να τη φέρει στα γύρω τρογύρω και στο καυτό θέμα της προξενιάς. Άμα έμπαινε το νερό στ’ αυλάκι, αρχινούσε τα παινέματα και τα γλυκόλογα για το ‘λεγάμενο’ αποσπώντας το ποθητό ΝΑΙ κι ορίζονταν η μέρα του λόγου.

     Η μέρα αυτή ήταν συνήθως μια μεγάλη γιορτή, μια σχόλη, έτσι ώστε να επισημοποιεί από μόνη της αυτό το μοναδικό γεγονός της ζωής του ζευγαριού. Την ημέρα του λόγου, που σήμαινε αυτόματα και τον αρραβώνα - το ‘συνηβασμό’, όπως τον έλεγαν- οι γονείς του γαμπρού μαζί με το νονό και κάνα δυο πολύ στενά, συγγενικά πρόσωπα πήγαιναν στο σπίτι της κοπέλας, για να τη ζητήσουν επίσημα. Εκεί γίνονταν οι σχετικές διευκρινήσεις, όσον αφορά στην προίκα, στο ‘τράχωμα’, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις στο μελλοντικό έγγαμο βίο του αντρόγυνου. Το τράχωμα μπορεί να ήταν ένα βόδι, μια αγελάδα ή χρυσές λίρες. Οι γονείς δίνανε τα χέρια και στη συνέχεια ο γαμπρός και η νύφη δώριζαν τα λεγόμενα ‘μανέτια’ στα πεθερικά φιλώντας τους το χέρι. Δώρα γίνονταν και σε όλα τα μέλη των δύο οικογενειών, απ’ τη γιαγιά και τον παππού μέχρι τον πιο μικρό. Αυτά τα δώρα ήταν συνήθως κάλτσες, μαντήλια, προσόψια, μαξιλαροθήκες, πουκάμισα, τα οποία είχαν φροντίσει να προμηθευτούν νωρίτερα. Έτσι ο λόγος τους γινότανε συμβόλαιο, σύμφωνα με τον άγραφο νόμο της κοινωνίας του χωριού.

     Εδώ πρέπει να πούμε πως οι μικρασιάτες δε συνήθιζαν να παντρεύουν τα παιδιά τους μακριά στα ξένα. Ένας από τους λόγους ήταν ότι ήθελαν να έχουν τα παιδιά κοντά τους, ώστε κάθε ώρα και στιγμή να βλέπουν πως περνούν. Κι εδώ στη δεύτερη, προσωρινή πατρίδα ένας λόγος παραπάνω, αφού πίστευαν πως όταν ησύχαζαν τα πράματα και γυρνούσαν πίσω στην πατρίδα, δε θα ήθελαν με κανένα τρόπο να αφήσουν πίσω τα παιδιά τους.

     Ύστερα, ακόμη και να ήθελε κάποιος να συμπεθεριάσει με ντόπιους των διπλανών χωριών, ήταν αδύνατο να συμβεί, αφού όλοι τους έβλεπαν με μισό μάτι. Γι’ αυτούς ήταν οι ματζίρηδες, οι ξενομερίτες. Ήταν οι τουρκόσποροι, που ήρθαν να μοιραστούν τα χωράφια μαζί τους. Πώς λοιπόν να συνταιριάξει τούτο το αταίριαστο; Πώς μπορεί μια προσφυγοπούλα να γίνει ταίρι μ’ έναν αρχοντογιό;

     Να όμως που έγινε κι αυτό. Αρχοντογιός παντρεύτηκε και πήρε προσφυγοπούλα, γιατί στα φύλλα της καρδιάς δεν υπάρχουν νόμοι, σύνορα και διακρίσεις. Δυο νέοι αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν ν’ ανοίξουν σπιτικό. Η πεθερά όμως είχε αντίθετη γνώμη. Πιάνει δυο φίδια ζωντανά, τη νύφη φαρμακώνει. Κι έγινε θρήνος και τραγούδι, που ακούγεται μέχρι σήμερα:

         Αρχοντογιός παντρεύεται

         και παίρνει προσφυγούλα,

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου

         και παίρνει προσφυγούλα,

         προσφυγούλα σε κλαιν τα μάτια μου.

 

         Η μάνα του σαν τ’ άκουσε

         πολύ της κακοφάνει,

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου,

         πολύ της κακοφάνει,

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου.

 

         Πιάνει δυο φι, πιάνει δυο φίδια ζωντανά,

         Κι ευθύς τα τηγανίζει,

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου,

         προσφυγούλα σε κλαιν τα μάτια μου.

 

         Κάτσε νύφη μ`, κάτσε νύφη μ` να φας φαΐ

         ψάρια τηγανισμένα,

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου,

         προσφυγούλα σε κλαιν τα μάτια μου.

 

         Και με την πρω και με την πρώτη πιρουνιά

         η νύφη εφαρμακώθει,

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου

         η νύφη εφαρμακώθει,

         προσφυγούλα σε κλαιν τα μάτια μου.  

 

 

         Αχ πεθερά θέλω νερό

         τη φλόγα μου να σβήσω

         προσφυγούλα μαυρομάτα μου

         προσφυγούλα σε κλαιν τα μάτια μου.

 

                                                                      

 

     Κλείνω όμως αυτή τη μικρή και πικρή παρένθεση, για να συνεχίσω ν’ αφηγούμαι τις όμορφες στιγμές του γάμου. Πιο ζωντανές αφηγήσεις απ’ αυτές της μάνας μου και της θείας Ελένης δε βρίσκω για να καταγράψω. Και οι δυο έτυχε να ντυθούνε νύφες τη χρονιά του 1937 και με δεκαπέντε μέρες διαφορά η μια από την άλλη. Ο αρραβώνας τους κράτησε τέσσερα – πέντε χρόνια. Πες πως οι καιροί ήταν δύσκολοι, πες πως ο πατέρας μου και ο θείος μου είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις, ποιος ξέρει;

     Το γεγονός όμως είναι ένα. Ζούσαν στον ίδιο μαχαλά και δεν βλέπονταν σχεδόν καθόλου. Μονάχα το χειμώνα, που τελείωναν οι δουλειές, αντάμωναν τα μάτια τους κλεφτά σ’ εκείνα τα εγλέντια, που γίνονταν στα σπίτια τους. Άντε και σε κάποια αποκριά για σε καμιά πασχαλιά για τα Χριστούγεννα, που πήγαινε η νύφη στα πεθερικά για να τους φιλήσει το χέρι.

     Με δυο λόγια, γύρευαν μαχανά για ν` ανταμώσουν σαν ζευγάρι. Έτσι ένα βράδυ η γιαγιά – η μάνα του πατέρα μου- έβαλε όλη την τέχνη της, άνοιξε φύλλα κι έψησε ένα ταψί μπακλαβού για να πάνε στη νύφη και να τη γλυκάνουν. Όση ώρα γίνονταν το ζιαφέτι η νύφη όρθια παραστέκουνταν με το μαστραπά στο χέρι και σέρβιρε νερό στο συνιβαστικό(αρραβωνιαστικό) της και στους υπόλοιπους.

     Έφταξε η ώρα να πααίνουν. Η μάνα μου βαστούσε το ινταρούδι για να φέγγει και να ξεπροβοδίσει την πεθερά και το συνιβαστικό της. Το είδε αυτό ο πατέρας της –ο παππούς μου- και την έδιωξε με θυμό, για να γυρίσει μέσα στο σπίτι γρήγορα.

     Και μια φορά, λέει, γίνονταν χορός στου Ευθύμη το καραγάτσι. Τόλμησε ο πατέρας μου να χορέψει την αρραβωνιαστικιά του έναν ευρωπαϊκό αγκαλιαστό, όπως έλεγαν τότε. Έλα όμως, που ένα ζευγάρι μάτια από τα τόσα που τους είδαν, μαρτύρησε το ‘έγκλημα’ κι έτσι το έμαθε ο πατέρας της. Έγινε το σώσε! Τι ντροπή! Κοπέλα πράμα να χορεύει αγκαλιαστό με το συνιβαστικό της! Πού ακούστηκε;

 

 

 

    Στην πατρίδα, όπως κι εδώ, τη Δευτέρα μια εβδομάδα πριν από το γάμο στα σπίτια των μελλόνυμφων γίνονταν γενική καθαριότητα. Ασβέστωναν, έχριζαν με κοκκινόχωμα τα χαγιάτια, τα πεζούλια γύρω στις αυλές. Την ίδια μέρα ο γαμπρός με τους φίλους του πήγαιναν στο βουνό και έφερναν ξύλα για το τζάκι και το ψήσιμο των φαγητών για τις ημέρες του γάμου.

     Οι μεζέδες για τα κεράσματα ετοιμάζονταν πάνω σε τσίγκινους, μεγάλους και αστραφτερούς δίσκους, με δύο χερουλάκια στις άκρες τους. Τους είχαν αγορασμένους επί τούτου για τέτοιες μεγάλες μέρες. Τα μεζελίκια αυτά ήταν τα ‘κιοφτούδια’, μικρά μικρά στρόγγυλα κεφτεδάκια μαζί με μπόλικα ‘τουβλούδια’, κάτι ζυμαρένιοι, μικροί κύβοι, ζυμωμένοι με μπυρομαγιά και διάφορα μπαχαρικά. Στη μέση του δίσκου είχαν την καράφα με το τσίπουρο και τις ‘δαχτυλήθρες’, εκείνα τα μικρά, ρηχά ποτηράκια, που χωρούσαν τσίπουρο μια ρουγκλιά.

   

 

      Την Τρίτη καλούσαν τους ξένους, δηλαδή αυτούς που δεν ήταν συγγενείς, μ’ ένα κεράκι κι ένα κομμάτι κόκκινη ζάχαρη.

     Την Τετάρτη έστελνε ο γαμπρός τα ‘παλουκούδια’ στο σπίτι της νύφης. Αυτά ήταν δύο καρφιά και πάνω τους τυλιγμένος, σπάγκος για να κρεμάσουν την προίκα. Η προίκα ήταν όλη φιαγμένη από τα χέρια της νύφης, υφασμένη στον αργαλειό, κεντημένη και ραμμένη με πολύχρωμες κλωστές κι ολομέταξα υφάσματα.

Συναγωνίζονταν οι κοπέλες ποια θα έχει τα καλύτερα και περισσότερα προικιά κρεμασμένα στο γάμο της.

     Την ημέρα αυτή μαζεύονταν οι φιληνάδες της νύφης για να κρεμάσουν την προίκα της στην καλή της κάμαρα. Αφού τελείωναν το σχολαστικό κρέμασμα, τραγουδούσαν τη νύφη με τραγούδια επαινετικά για την καματεροσύνη και την προκοπή της: «Η νύφη μας να χαίρεται τα πέντε δάχτυλά της, που έραψε και κέντησε τα ωραία τα προικιά της». Μαζί και με άλλα τραγούδια του γάμου, με γέλια και φωνές δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα γιορταστική στη ‘χαρά’, όπως αποκαλούσαν το γάμο.

     Την Πέμπτη ζύμωναν τα πρωτόψωμα. Έβαζαν τη σκάφη σ’ ένα τραπέζι και δυο αντικριστές κοπέλες κοσκίνιζαν και ζύμωναν το αλεύρι ενώ άλλες τραγουδούσαν κι άλλες χόρευαν χτυπώντας νταερέ. Οι ελεύθερες κι οι νιόπαντρες έπρεπε με τη σειρά τους να ζυμώσουν τα πρωτόψωμα. Όλες μαζί βοηθούσαν να γεμίσουν τα ταψιά. Πολλά ταψιά με πρωτόψωμα για να φτάσουν στα καλέσματα και να κρατήσουν ένα για να το σπάσουν στο κεφάλι της νύφης την ημέρα του γάμου.

     Την Παρασκευή καλούσαν τους συγγενείς μ’ ένα κομμάτι πρωτόψωμο κι ένα κερί. Για τους πολύ κοντινούς συγγενείς το κομμάτι ήταν μεγαλύτερο. Τους αρραβωνιασμένους τους καλούσαν μ’ ένα ολόκληρο ταψί και με  τα όργανα να παίζουν.

     Το Σαββάτο ήταν η μέρα του λουτρού. Τη νύφη συνόδευαν οι φιληνάδες της και το γαμπρό οι φίλοι του μέχρι εκεί. Αυτό συνέβαινε και στην πατρίδα. Υπήρχαν δημόσια λουτρά σε μια πλατεία της Απολλωνιάδας, χωριστά για τους άντρες και χωριστά για τις γυναίκες. Πάντα με τραγούδια και όργανα, όπως το βιολί και το ούτι, που έπαιζαν ασταμάτητα.

     Αφού γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού, άρχιζε η διαδικασία του μπερμπερίσματος. Στο κέντρο της καλής κάμαρας κάθιζαν το γαμπρό σε μια καρέκλα, με τα πόδια του να πατούν μέσα σ’ ένα μεγάλο σινί. Κι αυτό για να `ναι σιδερένιος και γερός. Αργά αργά οι φίλοι του τον ξύριζαν τραγουδώντας το τραγούδι του γάμου:

       Ήρθε η ώρα η καλή

       και η ευλογημένη

       να πάρει ο νιος την πέρδικα

       τη χρυσοστολισμένη.

Παράλληλα ετοίμαζαν και τα ‘καβάδια’. Αυτά ήταν το νυφικό μαζί με ένα επίσημο φόρεμα, για να το φορέσει η νύφη μετά το γάμο, τα παπούτσια και το καθρεφτάκι για να στολιστεί. Τα τακτοποιούσαν επιμελώς πάνω σε δίσκους, για να τα πάνε στο σπίτι της νύφης, πάλι με συνοδεία συγγενών και οργάνων.

     Στο σπίτι της νύφης επικρατούσε μια συγκινητική ατμόσφαιρα, αφού σε λίγες ώρες θα το αποχωριζόταν. Τα τραγούδια, μελαγχολικά κι αυτά, βάρυναν λίγο την ατμόσφαιρα:

       Χωρίζει η μοίρα τους ανθρώπους

       τ’ αηδόνια αλλάζουνε φωλιές

       τα μάτια βλέπουν σ’ άλλους τόπους

       μα δεν αλλάζουν, φως μου, οι καρδιές.

Ο γαμπρός με τους συγγενείς του πήγαιναν να καλέσουν τον κουμπάρο χορεύοντας και τραγουδώντας το «Κέρνα μας-κέρνα μας»:

       Σ’ αυτό το σπίτι που `ρθαμε

       κέρνα μας, κέρνα μας

       να φάμε και να πιούμε

       άιντε δεν κερνάς, να καλοπερνάς.

Εκεί τους περιμένουν με έκδηλη χαρά και τους κερνούνε τσίπουρο και μεζέδες. Στα πιάτα έχουν σερβιρισμένο και τον απαραίτητο ‘ζερτέ’. Μια σούπα από σιτάρι βρασμένο και πασπαλισμένο με κανέλα και λίγη ζάχαρη. Μετά από τα κεράσματα έπαιρναν τον κουμπάρο και όλοι μαζί διάβαιναν στο σπίτι της νύφης, όπου γλεντούσαν ως το ξημέρωμα.

    Την Κυριακή από το πρωί, στο σπίτι του γαμπρού έπαιζαν τα όργανα. Στο σπίτι της νύφης ετοίμαζαν τους τσεβρέδες, δηλαδή τα δώρα για το γαμπρό και τους στενούς συγγενείς του. Τα έβαζαν πάλι σε δίσκους και τα πήγαιναν με όργανα στο σπίτι του γαμπρού. Εν τω μεταξύ η προίκα της νύφης ξεκρεμάστηκε και ετοιμάστηκε σε δίσκους και μπαούλα, για να `ρθούνε από το σόι του γαμπρού να την πάρουνε. Όταν έφτανε εκείνη η ώρα, κάποιος συγγενής της νύφης καθόταν επάνω σ’ ένα σεντούκι γεμάτο με τα προικιά της και δεν άφηναν να το πάρουν αν δεν έταζαν. Οι συγγενείς του γαμπρού έδιναν το μπαξίσι, αφού προηγούνταν ένα υποτιθέμενο παζάρι για να γίνει η ‘συναλλαγή’. Οι δύο πλευρές διαπραγματεύονταν με μεγάλη δόση χιούμορ, ώσπου εικονικά αγόραζε ο γαμπρός την προίκα και κουβαλώντας τη στα χέρια την πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, όπου την έραιναν με ρύζι για να στεριώσει.

     Τώρα ήταν η ώρα να στολίσουνε τη νύφη τραγουδώντας την οι φίλες της τραγούδια επαινετικά για την ομορφιά και τα κάλλη της. Έπειτα την φορούσαν το πέπλο με επιμέλεια.

       Άσπρη είσαι κι άσπρα ντύνεσαι

       κι άσπρη είν` η φορεσιά σου

       κι άσπρα λουλούδια πέφτουνε

       απ’ την περπατησιά σου.

Τραγουδούσαν διάφορα ακόμα τραγούδια όπως:

      Νύφη μ’ που σ’ είχε η μάνα σου

      στην κόλλα διπλωμένη

      και τώρα σε ξεδίπλωσε

      στον κόσμο ξακουσμένη.

 

      Όταν σε γέννα η μάνα σου

      όλα τα δέντρα ανθούσαν 

      και τα πουλάκια στις φωλιές

      και `κείνα κελαηδούσαν

      τριαλαλά λα λα λα λα.

 

Ύστερα οι κοπέλες έκοβαν το πρωτόψωμο στο κεφάλι της και μοιράζονταν τα κομμάτια για να κολλήσουν και να καλοπαντρευτούν. Άλλες το έβαζαν το βράδυ στο προσκεφάλι τους για να ονειρευτούν τον καλό τους.

     Έτσι φτάνει σιγά σιγά η ώρα, που η νύφη φιλά τα χέρια των γονιών της και τους αποχαιρετά.

       Κάνε μετάνοια, φίλησε

       της μάνας σου το χέρι      

       για να σε δώσει την ευχή 

       να ζήσεις με το ταίρι.

                 

Η μάνα έδενε με τρόπο διακριτικό ένα κομμάτι από δίχτυ ψαρά στη μέση της νύφης. Αυτό το έβαζαν για να προφυλάξει τη νύφη από κάθε κακό μάτι και σκέψη κάποιου πιθανού σατανικού εχθρού. Τώρα πλέον η νύφη ήταν έτοιμη, στολισμένη και καμαρωτή, με τα μαλλιά της κότσο και με το αραχνοΰφαντο πέπλο να τον σκεπάζει πεσμένο ως κάτω στη μέση της.

     Το νυφικό στις πιο παλιές εποχές, εκεί στην Απολλωνιάδα, ήταν ραμμένο από ολομέταξο ύφασμα, μπουφουρακένιο ατλάζι σε μορφή βράκας. Η μόδα όμως της Ευρώπης δεν άφησε ανεπηρέαστα ακόμα κι αυτά τα μικρασιατικά παράλια κι έτσι δειλά δειλά οι πιο νέες νύφες φόρεσαν το μακρύ ολόλευκο νυφικό, που δεν το νοίκιαζαν αλλά αγόραζαν λευκό, μεταξωτό ύφασμα, το έραβαν μόνες τους και το κρατούσαν για όλη τους τη ζωή. Οι δαντελωτές γιρλάντες γύρω στον ποδόγυρο, στη μέση και στα μανίκια μαζί με το χειροκέντητο πέπλο αποτελούσαν ένα εργόχειρο μοναδικής τέχνης.

     Οι στιγμές ήταν γεμάτες συγκίνηση αυτή την ώρα του αποχωρισμού και έξω η μουσική από τα όργανα σήμαινε τον ερχομό του γαμπρού και του κουμπάρου. Ο γαμπρός φτάνει έξω από την πόρτα της νύφης και τη βρίσκει κλειστή. Από μέσα ακούγονται οι φωνές των κοριτσιών, που ζητούν χρήματα, μπαξίσι. Ο γαμπρός πληρώνει, μα οι κοπέλες ζητούν περισσότερα γιατί η νύφη είν’ όμορφη και ακριβή. Διασκεδάζουν κι εδώ λίγο τη στιγμή του παζαριού και τελικά ανοίγουν την πόρτα, αφού πάρουν πρώτα το απαραίτητο ρεγάλο.

     Στη συνέχεια ο γαμπρός φιλά το χέρι των γονιών της νύφης και ξεκινούν όλοι μαζί για την εκκλησία. Η νύφη κατεβαίνοντας τις σκάλες στέκει στην εξώπορτα, γυρνά το πρόσωπο κι αντικρίζει το σπίτι. Είναι η ώρα που ο πατέρας της πατάει το κεφάλι τρεις φορές και η νύφη σκύβει σε θέση μετάνοιας, ως ένδειξη αποχαιρετισμού.

      

       Πηγαίνω μάνα κι έχε γεια

       και δώσ’ μου την ευχή σου

       και πες πως δε με γέννησες

       και δε μ’ έχεις παιδί σου.

 

       Πηγαίνω , φίλοι, κλάψετε

       και `σεις, εχθροί, χαρείτε

       και ‘σεις καλογειτόνισσες

       στα μαύρα φορεθείτε.

 

Ύστερα στεκόταν στην πόρτα κάποιος που γνώριζε ψαλτική –εδώ στο χωριό ο Μεσιτίδης ο Στρατίτσης- και έψαλε το τροπάριο της Παρθένου Παναγίας:

       Την ωραιότητα της παρθενίας Σου

       και το υπέρλαμπροντο της αγνοίας Σου

       ο Γαβριήλ κλπ.

Αυτός ο ψαλμός ικανοποιούσε ηθικά τον πατέρα της νύφης, γιατί ο ύμνος της Παρθένου ψάλονταν μονάχα σε νύφες, που παρέμεναν τίμιες ως την ημέρα του γάμου τους. Τον γέμιζε υπερηφάνεια, γι’ αυτό και έδινε μπαξίσι σ’ αυτόν που τον έψαλε.

    

     Τα όργανα έπαιζαν ακούραστα μπροστά, με τα παλικάρια να χορεύουν και τους καλεσμένους να ακολουθούν στο διάβα για την εκκλησία. Εκεί στην πόρτα περίμενε ο παπάς τους μελλόνυμφους για να τους μεταφέρει έναν έναν μπρος στην ωραία πύλη και ν’ αρχίσει το μυστήριο. Ο παπά-Γιώργης ντυμένος στ’ άσπρα άμφια κρατά τη νύφη από το χέρι, την οδηγεί μέσα στο ναό με το ‘ευλογητός’ και χωρατατζής καθώς                                                                   

είναι της ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Είσαι εντάξει μωρ’ συ;». Στη συνέχεια ακολουθούσε και η μεταφορά του γαμπρού. Τα στέφανα ήταν της εκκλησίας και κοινά για όλους. Καμιά φορά και οι βέρες ήταν δανεικές, να τις φορέσουν οι μελλόνυμφοι την ώρα του μυστηρίου και ύστερα να τις επιστρέψουν.

     Μετά τη στέψη ο δρόμος οδηγούσε στου γαμπρού το σπίτι. Από τα σπίτια που περνούσε το ψίκι*, έβγαιναν οι δίσκοι με το ρακί και τα γλυκίσματα. Η νύφη κι ο γαμπρός περίμεναν υπομονετικά, ώσπου να κεραστούνε όλοι και συνέχιζαν. Αυτό επαναλαμβανόταν τόσες φορές όσα και τα σπίτια που έβγαζαν δίσκο. Ακόμα κι όταν έβρεχε ή χιόνιζε, αυτό δεν τους εμπόδιζε να χορεύουν, να πίνουν και να τραγουδούν στο δρόμο.

     Κάποτε έφταναν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί τους περίμεναν με καλωσορίσματα κι ευχές, όπως: να ζήσετε στεριωμένοι κλπ. Τους πρόσφεραν το σερμπέτι δηλ. νερό με ζάχαρη, όπως επίσης και καρύδια με μέλι. Έβαζαν ένα ψωμί στην αμασχάλη της νύφης και την οδηγούσαν στο εσωτερικό του νέου πλέον σπιτιού της. Την ώρα αυτή έπρεπε να φιλήσει τα χέρια των γονιών του γαμπρού και όλων των προσκεκλημένων. Έπειτα καθόταν στο κρεβάτι και την έφερναν δύο μικρά παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Τα κρατούσε για λίγο στα γόνατά της και όλοι την εύχονταν να αποκτήσει παιδιά.

     Τη Δευτέρα το βράδυ, μετά την Κυριακή του γάμου, μαζεύονταν πάλι οι συγγενείς του γαμπρού και της νύφης φέρνοντας δώρα. Στρώνονταν τραπέζια και χόρευαν μέχρι το πρωί. Τη μέρα αυτή το έθιμο ήταν να τραγουδήσει η νύφη. Τα όργανα σταματούσαν και όλοι οι καλεσμένοι σώπαιναν για ν` ακουστεί το τραγούδι της νύφης, που στέκονταν καταμεσής της κάμαρης πλουμιστή και στολισμένη. Το τραγούδι αυτό μπορεί να ήτανε χαρούμενο για λυπητερό, ακόμα και μοιρολόι. Μ` αυτό η νύφη έβγαζε μέσα απ` τα σωθικά της τη χαρά, τη λύπη, καμιά φορά και το παράπονο, αφού οι άλλοι όριζαν τη ζωή και την τύχη της χωρίς να πάρουν τη δικιά της γνώμη.

     Την Τρίτη ο γαμπρός με τους φίλους του πήγαινε επίσκεψη στο σπίτι της πεθεράς του κι ύστερα στου κουμπάρου.

     Την επόμενη Κυριακή γινόταν η αντίχαρα. Η νύφη έβαζε το νυφικό της και στολιζόταν για να δεχτεί τους συγγενείς στο σπίτι της. Πάλι γλέντια, πάλι φαγιά, κρασιά και τραπεζώματα. Κι  έπειτα από σαράντα μέρες το ανδρόγυνο πήγαινε στην εκκλησία για να πάρει την ευλογία του παπά.

     Αυτά ήταν τα έθιμα του γάμου σε όλα τα μικρασιατικά χωριά, με εξαίρεση κάποιες μικρές παραλλαγές στα τραγούδια, όπως π.χ. στο Πελαδάρι στο οποίο το Σάββατο, που ξύριζαν το γαμπρό τραγουδούσαν:

      

       Σένα σου πρέπει, μπέη μου

       καρέκλα καρυδένια

       για ν’ ακουμπάς τη μέση σου

       τη μαργαριταρένια.

*ψίκι: ξόδι, η ακολουθία      

 

       Γαμπρέ μου τη πιστόλα σου

       μη την πολυκουρντίζεις

       γιατί είν’ η νύφη μας μικρή

       και τήνε φοβερίζεις.

 

       Για ειδές το πώς χορεύει

       για ειδές το πώς πηδά

       μπαξίσι θε να ρίξω

       στα  παιχνιδιάτορα.

 

Ο μπάρμπα-Στρατίτσης ο Μεσιτίδης τραγουδούσε τη νύφη:

       Σήμερα γάμος γίνεται

       σήμερα πανηγύρι

       σήμερα αποχωρίζεται

       η κόρη από τον κύρη.

 

       Γιαρ-γιαρ εφέντημ αμάν

       η κόρη από τον κύρη.